Τετάρτη, 7 Δεκεμβρίου 2016

Αγώνας


Ὁ δρόμος τοῦ χριστιανοῦ εἶναι γεμᾶτος ἐμπόδια, πού γίνονται ὁλοένα καί πιό πολλά. Ἀγωνισθεῖτε λοιπόν μέ ἀνδρεία καί ἡρωϊσμό, ἀκολουθώντας τόν Ἀπόστολο Παῦλο. Ὅποιος παλεύει μέ τά πάθη του ἐκπληρώνει τίς ἐντολές τοῦ Κυρίου. Ἀνάλογα μέ τόν ἀγῶνα του ἐξαγνίζεται. Καί ἀνάλογα μέ τόν ἐξαγνισμό του πλησιάζει τόν Κύριο, πού ὑποσχέθηκε ὅτι: «ἐλευσόμεθα καί μονήν ποιήσομεν» (Ἰωάν.14, 23) στήν καθαρή καρδιά».

***

«Ὅταν ψυχραίνεται ὁ ζῆλος γιά τήν πνευματική ζωή πρέπει μέ κάθε τρόπο νά τόν θερμαίνουμε καταφεύγοντας μέ φόβο καί τρόμο στόν Θεό. Ἡ ραθυμία, ἡ ἀκηδία, ἡ ἀθυμία, ἡ κατάθλιψη τοῦ πνεύματος καί τοῦ σώματος θά μᾶς ἔρχονται καί καμιά φορά θά μᾶς ταλαιπωροῦν ἀρκετό καιρό. Δέν πρέπει νά δειλιάζουμε. Θά παραμένουμε σταθεροί καί ἀνδρεῖοι στίς ἀρχές μας, ἐκτελώντας μέ ὑπομονή τά καθήκοντά μας . Ἄς μήν πιστεύουμε ὅτι θά ἔχουμε πάντοτε ἐσωτερική θέρμη ἤ ὅτι θ’ ἀπολαμβάνουμε διαρκῶς ἐσωτερική γλυκύτητα. Αὐτό μήν τό ἐλπίζετε. Ἀντίθετα, νά περιμένετε συχνά ξαφνικές μεταπτώσεις. Γι’ αὐτό ὅταν σᾶς πολεμᾶ ἡ ἀκηδία καί ἡ κατάθλιψη, νά τίς ἀντιμετωπίζετε σάν κάτι συνηθισμένο στήν πνευματική ζωή. Ἐνῶ ὅταν σᾶς ἀνακουφίζει ἡ θέρμη καί ἡ γλυκύτητα, νά τίς ἀντιμετωπίζετε σάν ἐκδηλώσεις τοῦ θείου ἐλέους, γιά τίς ὁποῖες δέν εἴμαστε ἄξιοι».

***

«Ἐάν τό πρωί προσευχηθῆτε, ὅπως πρέπει, ὅλη ἡ μέρα σας θά εὐλογηθεῖ. Μήν ἀπελπίζεσθε γιά τίς προσπάθειες πού σᾶς φαίνονται ἄκαρπες. Θυμηθεῖτε πῶς μάθατε νά πλέκετε ἤ νά διαβάζετε ἤ νά γράφετε. Πόσους κόπους καταβάλλατε τότε… Τώρα ὅμως τά κάνετε ὅλα ἄνετα. Τό ἴδιο θά συμβεῖ καί μέ τήν ψυχική σας καλλιέργεια. Πρός τό παρόν φαίνεται δύσκολο νά νικήσῃ κανείς τούς λογισμούς. Ἀργότερα ὅμως θά τούς διώχνει εὐκολώτερα. Μόνο πού δέν πρέπει νά σταματήσῃ ποτέ τόν ἀγώνα μ’ αὐτούς, ἀλλά ν’ ἀγωνίζεται ὁλοένα καί περισσότερο. Νά καταφεύγετε μέ ὅλη σας τήν καρδιά στόν Κύριο. Εἶναι ὁ γιατρός τῶν ψυχῶν καί τῶν σωμάτων! Μέ μιά Του κίνησι, ὅλα τά δυσάρεστα σκορπίζονται καί ὅλα τά εὐχάριστα πολλαπλασιάζονται».

***

«Εἶναι πολύ καλό τό ὅτι μεριμνώντας γιά τά καθημερινά δέν ἀφήνετε τήν ἐσωτερική ἐργασία. Ἀγωνισθεῖτε καί ὁ Θεός θά σᾶς ἐνισχύσει νά νικήσετε τούς ἐφάμαρτους λογισμούς. Ὁ Μέγας Ἀντώνιος ἔλεγε: «Τά χέρια στήν δουλειά, ὁ νοῦς στόν οὐρανό». Αὐτό ἔκανε καί αὐτό δίδασκε».

(Ἀπό τό βιβλίο «Ἀπάνθισμα Ἐπιστολῶν» Ὁσίου Θεοφάνους τοῦ Ἐγκλείστου, ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΠΑΡΑΚΛΗΤΟΥ, ΩΡΩΠΟΣ ΑΤΤΙΚΗ)
http://alopsis.gr/

Η μετάνοια του αμαρτωλού


(Δημήτριος Παναγόπουλος)

Όταν ένας αμαρτωλός δεν ακούει τώρα συμβουλές, και δεν δέχεται τώρα νουθεσίες, άραγε θα δεχθεί τις προτροπές των ιερέων και λοιπών πνευματικών ανθρώπων στην ώρα του θανάτου του, αν βέβαια πεθάνει με φυσικό, ομαλό θάνατο και όχι απρόοπτα;

Ασφαλώς όχι. Διότι τότε θα βρίσκεται στην κορυφή της σκληροκαρδίας του, ώστε όχι μόνο δεν θα δέχεται τις διδασκαλίες των ιερέων που θα τον παρακινούν να μετανοήσει, αλλά και αν θελήσει να μετανοήσει, δεν θα το κατορθώσει.

Στα ζώα λέγεται ότι βρίσκεται ένα ζωύφιο το οποίο ονομάζεται χιλιόποδο· αλλά, αν και έχει χίλια πόδια, μόλις και μετά βίας κινείται από τόπο σε τόπο· και η αφορμή της ακινησίας του είναι ότι βρίσκεται στερημένο από την έμφυτή του θερμότητα, και αυτό επειδή είναι στερημένο από αίμα.

Έτσι λοιπόν και ο αμαρτωλός βρίσκεται πολλές φορές περικυκλωμένος από πολλούς θεοσεβείς χριστιανούς, λαϊκούς και κληρικούς, στα λοίσθια του θανάτου, και όλοι τον παρακινούν στη μετάνοια, αλλ’ επειδή αυτός δεν έχει καν σπινθήρα αγάπης στην καρδιά του και ευσέβεια στα σπλάγχνα του, δεν τον ωφελούν τίποτε όλες εκείνες οι βοήθειες. Είναι τόσο ψυχρός, ώστε δεν αισθάνεται καμία ενέργεια θερμότητας από εκείνα τα θερμά της πίστεως και σωτηρίας όργανα, τα οποία τον βοηθούν να ετοιμαστεί έστω και την τελευταία αυτή στιγμή του θανάτου του, ώστε να έχει καλό θάνατο. Συμβαίνει δυστυχώς σ’ αυτόν αυτό που συνέβη στον Δαβίδ στα γηρατειά του, που παρά τα πολλά και θερμά και βαριά ενδύματα δεν μπορούσε να θερμανθεί το σώμα του. «Και περιέβαλον αυτόν ιματίοις και ουκ εθερμαίνετο» (Γ’ Βασ. 1:1).

Προσπαθούν λοιπόν ιερείς και φίλοι, οικείοι και γνωστοί, να απομακρύνουν τον αμαρτωλό από τον χειμώνα της τελευταίας ώρας, να τον θερμάνουν στη μετάνοια, να τον κινήσουν σε εξομολόγηση, αλλ’ αυτό μοιάζει σαν να τον φορτώνουν απ’ έξω με πολλά ρούχα, τα οποία του προξενούν βάρος μάλλον και ενόχληση παρά θερμότητα. Γι’ αυτό, το καλό είναι να βρίσκεται μέσα η θερμότητα, φυσική, και μάλιστα από τη νεότητά του.

***

Μιλάμε για μετάνοια, εξομολόγηση και θεία Κοινωνία μπροστά στη θύρα του θανάτου, και γεννάται το ερώτημα: θα είναι ειλικρινής, πηγαία, αληθινή; Διότι η μετάνοια αυτή γίνεται περισσότερο από βία παρά από θέληση. Η ασθένεια μάλλον και ο θάνατος είναι η αιτία, και όχι η μετάνοια και η αγάπη προς τον Θεό.

Ας πούμε ένα παράδειγμα. Ένα άλογο ζευγμένο στην άμαξα αρπάζει τα χαλινάρια στο στόμα του και τρέχει χωρίς τον αμαξηλάτη. Τρέχοντας, φτάνει σε ένα μεγάλο χαντάκι ή έναν μεγάλο ποταμό και εκεί σταματά. Και ερωτάται: σε ποιον πρέπει να αποδώσουμε την αιτία του σταματήματός του, στον ποταμό που βρέθηκε μπροστά του, ή στον αμαξηλάτη που ξαναέπιασε το χαλινάρι στο χέρι; Είναι φανερό ότι ο ποταμός τού έκοψε την ορμή και όχι ο αμαξηλάτης.

Το ίδιο λοιπόν πρέπει να πούμε και για τον αμαρτωλό που εξακολουθεί να τρέχει αχαλίνωτα στον κάμπο των ορέξεών του και που την τελευταία ώρα της ζωής του αρπάζει τους χαλινούς το χέρι του θείου φόβου, καθώς βρίσκεται μπροστά του ένας ποταμός που λέγεται θάνατος ή ένα χαντάκι που λέγεται ασθένεια, και σταματά το τρέξιμο και δεν αμαρτάνει πλέον.

Αλλ’ αυτό δεν συμβαίνει, καθώς αντιλαμβάνεσθε και σεις, από την θέλησή του, όχι, αλλά από την ασθένειά του.

Δεν είναι ο φόβος του Θεού, ο σεβασμός προς Αυτόν, που σταματά τον καλπασμό προς την αμαρτία, αλλά το ότι δεν έχει δρόμο άλλον να τρέξει. Ώστε δεν είναι αυτός που αφήνει την αμαρτία στο τέλος της ζωής του, αλλ’ η αμαρτία αφήνει αυτόν. Γι’ αυτό πολύ φοβόμαστε τέτοια μετάνοια, ότι ίσως να μη τη δεχθεί ο Κύριος. Και το λέμε αυτό, διότι αν κανείς από αυτούς, που μετανοούν και εξομολογούνται μπροστά στη θύρα του θανάτου, πάλι γυρίσει στη ζωή και δεν πεθάνει, γυρίζει αμέσως και στην πρώτη του κακία, δεν επιστρέφει τις αδικίες, δεν αφήνει το μίσος που έχει στον εχθρό του, δεν αποσύρεται από το σπίτι της μοιχαλίδας γυναίκας, δεν κάνει ελεημοσύνες που υποσχέθηκε· τέλος δεν κάνει τίποτε απ’ όσα υποσχέθηκε να κάνει κατά τη δύσκολη ώρα της ασθένειάς του. Η ευσέβειά τους αυτή μοιάζει σαν των ναυτικών που βαστάει ενίοτε όσο διαρκεί η θαλασσοταραχή.

Δεν μισούν λοιπόν αυτοί την αμαρτία από την καρδιά τους, αλλά από φόβο, ο οποίος φόβος δεν είναι αρκετός για να επιστρέψει την καρδιά προς τον Θεό της.

Αυτό είναι που μας κάνει διστακτικούς στο να πιστέψουμε ότι τέτοιου είδους μετάνοια θα γίνει δεκτή από τον Κύριο. Και ακόμη το ότι φυλάγουν τη μετάνοιά τους για έναν καιρό τόσο ανάρμοστο, δείχνει φανερά, ότι αυτοί δεν φροντίζουν για τη χάρη του Θεού. Ώστε αν μετανοήσουν, μετανοούν από φόβο προς τον θάνατο και όχι από αγάπη προς τον Θεό. Ο φόβος τους είναι δουλικός και όχι υιϊκός. Μοιάζει με εκείνον του βασιλιά Αντιόχου, ο οποίος, όταν έλαβε την πληγή από τον Θεό για την κακία του, τότε μετανόησε, λέγοντας ότι είναι δίκαιο να υποτάσσεται ο άνθρωπος στον Θεό και να μη μετρά τον εαυτό του σαν Θεό με υπερηφάνεια: «Δίκαιον υποτάσσεσθαι τω Θεώ, και μη θνητόν όντα, ισόθεα φρονείν υπερηφάνως» (Β’ Μακ. 9:12).

Γι’ αυτό όσο υπάρχουν νιάτα, υγεία και ανοχή του Κυρίου, ας κάνουμε καλή χρήση τους. Μην περιμένουμε να νυχτώσει για να βρούμε τη χαμένη χάρη· τώρα που είναι ακόμη ημέρα, το αύριο δεν είναι δικό μας.

Γιατί, αν χάσουμε το πορτοφόλι μας, δεν γυρίζουμε αμέσως και το αναζητούμε; Δεν αφήνουμε να νυχτώσει. Δεν αφήνουμε να περάσουν ημέρες, εβδομάδες, έτη, αλλά την ίδια ώρα γυρίζουμε και το αναζητούμε από το μέρος που σταθήκαμε, που διαβήκαμε. Γιατί λοιπόν δεν κάνουμε το ίδιο και για τη χαμένη χάρη της ψυχής μας; Γιατί περιμένουμε να νυχτώσει, να βρεθούμε στο κατώφλι του θανάτου και του Άδη;

Τέλος, ίσως ρωτήσει κάποιος: Δεν πρέπει έστω και την τελευταία στιγμή να ενδιαφερθούμε για την ψυχή μας ή ενός από τους πλησίον μας;

Απαντούμε: ΝΑΙ, να ενδιαφερθούμε, αλλά να μην ξεχνούμε ότι ο Θεός δεν εμπαίζεται, και η ζωή μας πρέπει να είναι κατά Χριστόν για το ίδιο το συμφέρον μας.

(Από το περιοδικό «Όσιος Φιλόθεος της Πάρου» τ. 16, Εκδ. Ορθ. Κυψέλης, σελ. 51)
http://alopsis.gr/

Ποιος μας δίνει μαρτυρία ότι υπάρχει Θεός


Στη δασκάλα Β.Σ.

Κι εσύ και η γερόντισσα μητέρα σου είστε αφιερωμένες στην ορθόδοξη πίστη. Από τότε που αρχίσατε να εκπληρώνετε τις εντολές της νηστείας, της προσευχής, της ελεημοσύνης και της Μετάληψης, από τότε τα μυστικά της αλήθειας όλο και περισσότερο σας αποκαλύπτονται. Πράγματι αυτός είναι ο ορθός δρόμος: μέσω της εξάσκησης του γνωστού φθάνουμε στο άγνωστο.

Κατά τη σιωπηλή και μακροχρόνια προσευχή η αλήθεια εμφανίζεται. Όμως η καρδιά σου φλέγεται από την επιθυμία, ώστε και πολλούς άλλους να κατευθύνεις στην οδό της αλήθειας. Αλλά οι άνθρωποι είναι άνθρωποι: σε κάποιον ο νους είναι σκοτισμένος από τα ψέματα, σ’ άλλον η καρδιά πετρωμένη από τα πάθη, και δεν γίνεται εύκολα. Χρειάζεται πολύς καθαρισμός και μεγάλοι αγιασμοί και επταπλάσιες νίψεις στον Ιορδάνη. Έτσι ένας εργάτης από το Βανάτι σ΄ εξέπληξε με την ερώτηση: «Ποιος μαρτυρεί ότι υπάρχει ο Θεός;» Και εσύ παραξενεύεσαι, τι να του απαντήσεις. Πρώτα προσευχήσου στον Θεό γι’ αυτόν, και μετά απάντησε του ως εξής:

Μαρτυρεί το χόρτο. Εάν αναζητάς, αδελφέ, μάρτυρα κάτω από τα πόδια σου, σου μαρτυρεί το πράσινο χόρτο, του οποίου η γενεαλογία φθάνει μέχρι εκείνη την ήμερα και τη στιγμή που ακούστηκε ο λόγος του Δημιουργού: «Βλαστησάτω η γη βοτάνην χόρτου σπείρον σπέρμα κατά γένος και καθ’ ομοιότητα, και ξύλον κάρπιμον ποιούν καρπόν, ου το σπέρμα αυτού εν αυτώ κατά γένος επί της γης» (Γεν. 1,11).

Μαρτυρεί ο ήλιος, η σελήνη και τα αστέρια. Εάν αναζητάς, αδελφέ, μάρτυρες πάνω από το κεφάλι σου, σου μαρτυρεί ο διάπυρος ήλιος, το παράξενο φεγγάρι και σμήνος από αστέρια. Πήγαινε μέχρι όπου θες ψάχνοντας τη γενεαλογία τους, δεν θα βρεις το τέλος μέχρι να φτάσεις έως εκείνη την ημέρα και στιγμή, όταν πάνω από το σκοτάδι και το χάος ήχησε ο λόγος του Θεού: «Γενηθήτωσαν φωστήρες εν τω στερεώματι του ουρανού εις φαύσιν επί της γης … τους δύο φωστήρας τους μεγάλους … και τους αστέρας» (Γεν. 1,14 και 16)!

Μαρτυρεί η θάλασσα και ο αέρας. Εάν αναζητάς, αδελφέ, μάρτυρα γύρω σου στο μάκρος και στο πλάτος και στο βάθος, σου μαρτυρεί η θάλασσα και ο αέρας και το όρος και το δάσος, οι σωροί χώματος των μυρμηγκιών και η κηρήθρα των μελισσών και ό,τι ζει στη θάλασσα και στον αέρα και στα όρη και στα δάση και μέσα στους σωρούς χώματος και στα κελιά. Πήγαινε προς τα πίσω στη γενεαλογία τους, μην στρίβεις ούτε αριστερά ούτε δεξιά -όμως μην ρωτάς οποιονδήποτε για τον δρόμο- και θα πρέπει να φτάσεις έως εκείνη την εορταστική στιγμή, στην οποία ξεχύθηκε από τον ουρανό η φωνή της αγάπης: να γίνει, να γίνει, να γίνει! «Και εγένετο ούτως» (Γεν. κεφ. 1).

Μαρτυρεί το βόδι και το γαϊδούρι, κατά τον λόγο του προφήτη ο όποιος κραυγάζει: «Έγνω βους τον κτησάμενον και όνος την φάτνην του κυρίου αυτού» (Ησ. 1,3).

Πές μου, αδελφέ, ποιά ύλη κάτω από τους ουρανούς δεν μαρτυρεί περί Θεού. Σου δίνω εκατό έτη χρόνο, για να ταλαιπωριέσαι μ’ αυτή τη μάταιη ταλαιπωρία και να ψάχνεις έστω κι ένα μοναδικό χορταράκι, το οποίο να μην μαρτυρεί περί του μεγαλειώδους όντος του Δημιουργού του. Όμως για να σου συντομέψω τούτη την προθεσμία και για να σε βοηθήσω να βρεις ποιος δεν μαρτυρεί περί του Θεού θα στο αποκαλύψω: μόνο και μόνοι σ’ ολόκληρη την οικουμένη οι διεστραμμένοι άνθρωποι.

Μαρτυρεί η τάξη και το μέτρο και ο αριθμός και η θεϊκή αρμονία όλης της δημιουργίας. Μαρτυρεί ο νους και η συνείδηση όλων των αγίων και δικαίων ψυχών. Όμως, πάνω απ’ όλους και απ΄ όλα πάντα μαρτυρεί ο Κύριος και Σωτήρας μας Ιησούς Χριστός, στον οποίο ο μεγάλος και αιώνιος Θεός φανερώθηκε εν σώματι ως άνθρωπος, επισκέφθηκε το ανθρώπινο γένος, ανακοίνωσε τα μυστικά, έδειξε την οδό, άνοιξε τον Παράδεισο. Εάν κάποιος θέλει και με τα μάτια του να δει τον Θεό και με τα αυτιά να Τον ακούσει -όντως και αυτή την επιθυμία εκπλήρωσε ο Δημιουργός στους ανθρώπους- ας κοιτάξει τον Ιησού Χριστό. Και θα δει και θα ακούσει, και θα ζωντανέψει με νέα ζωή.

Έτσι μπορείς να απαντήσεις σ΄ εκείνη τη φτωχή ψυχή, η οποία διψασμένα ψάχνει τον Θεό και επιθυμεί να Τον δει και να Τον ακούσει. Όμως αυτό δεν είναι το μόνο που μπορεί να λεχθεί. Αυτό είναι μόνο ένα δεμάτι στον πελώριο αγρό του Θεού, στον οποίο ό,τι μεγαλώνει μαρτυρεί περί του Δημιουργού του. Και για τίποτα άλλο δεν μεγαλώνει παρά για να δείξει τη μαρτυρία του και να φύγει! Ενώ εσύ, κόρη, συνέχισε να δυναμώνεις στην αρετή σου. Και μην κοιτάς ούτε αριστερά ούτε δεξιά εκτός από την οδό της σωτηρίας. Σε λίγο πρέπει να πεθαίνουμε. Και εκεί, υστέρα από τον θάνατο, μας περιμένει η Κρίση του Θεού για το πως εμείς, ως οι πιο κοντινοί του Θεού, μαρτυρούσαμε τα περί Θεού. Και στη Δίκη υπάρχουν δυο στρατιές των ανθρώπων: η μία στη δεξιά πλευρά του Κυρίου της δόξας, η οποία σ’ αυτή τη ζωή δεν ντράπηκε για τον Χριστό, και η άλλη στην αριστερή πλευρά Του, η οποία σ’ αυτήν τη ζωή «εν τη γενεά ταύτη τη μοιχαλίδι και αμαρτωλώ» (Μάρκ. 8,38) ντράπηκε για τον Χριστό.

Ειρήνη σε σένα και ευλογία του Θεού. (Αγίου Νικολάου Βελιμίροβιτς, “Δρόμος δίχως Θεό δεν αντέχεται”, Εκδ. “Εν πλω”, σ.255-258)
http://alopsis.gr/

Εσύ απο τί νηστεύεις;


Νηστεύεις; Απόδειξέ το μέσα από τα έργα σου…

Εάν δεις φτωχό, να τον ελεήσεις.
Εάν δεις εχθρό, να συμφιλιωθείς μαζί του.
Εάν δεις μια όμορφη γυναίκα, να μην την κοιτάξεις.

Ας μη νηστεύει μόνον το στόμα… αλλά και το μάτι και η ακοή και τα χέρια και τα πόδια και όλα τα μέλη του σώματος.
Τα χέρια, από την αρπαγή και την πλεονεξία.
Τα πόδια, από τους δρόμους που οδηγούν σε αμαρτωλά θεάματα.
Τα μάτια, να μην πέφτουν λάγνα πάνω σε όμορφα πρόσωπα ούτε να περιεργάζονται τα κάλλη άλλων.

Δεν τρως κρέας;
Τα μάτια σου, ας μη φάνε την ακολασία.
Η ακοή σου, ας μη δέχεται κακολογίες και διαβολές.
Το στόμα, ας νηστεύσει από αισχρά λόγια και λοιδορίες.
Αφού δεν είμαστε σαν τα ζώα, γιατί πρέπει να δαγκώνουμε και να τρώμε τους αδελφούς μας;

Αγίου Ιωάννου Χρυσοστόμου
Πηγή: http://synaxipalaiochoriou.blogspot.

Να έλθουν ή να μην έλθουν τα Χριστούγεννα;


π. Ανδρέας Αγαθοκλέους

Πόσο λυπήθηκα, όταν άκουσα μια κοπέλα να λέει με πόνο: «Δεν θέλω να έλθουν τα Χριστούγεννα. Μελαγχολώ». Λυπήθηκα για το πώς νιώθει, αλλά και για το πώς κατάντησε μια τέτοια γιορτή.
Τα Χριστούγεννα, σ’ αντίθεση με το Πάσχα, έχουν έντονο το κοσμικό στοιχείο. Η περιρρέουσα ατμόσφαιρα, με τονισμό των τύπων, της κατανάλωσης και του τρεξίματος, μας τονίζουν την απουσία του Θεού. Δεν μπορεί να έχουν σχέση όλα όσα γίνονται τούτες τις μέρες «για να γιορτάσουμε Χριστούγεννα» με το Χριστό της ταπείνωσης, της φτώχειας, της ειρήνης. Όλα μιλούν για την ύλη, την απόλαυση, την κοσμικότητα. Ένταση, τρέξιμο, πίεση.
Όλα, βέβαια, τα πιο πάνω εκφράζουν την παγίδα που μας έχουν στήσει: Θα πρέπει να κάνουμε το άλφα και το βήτα, για να νιώσουμε Χριστούγεννα. Θα πρέπει να είμαστε όλοι χαρούμενοι. Θα πρέπει να έχουμε στολισμένο και με πολλά φαγητά τραπέζι. Θα πρέπει να στολιστεί το δέντρο. Θα πρέπει ν’ ανταλλάξουμε δώρα. Ε, θα πρέπει και να νηστέψουμε και να βοηθήσουμε κάποιο φτωχό, για να νιώσουμε ωραία…
Τελικά, τι; Τίποτε! Γιορτάζουμε τον ερχομό του Θεού της Αλήθειας με ψεύτικα μέσα! Η ειρήνη της καρδιάς, που ήλθε και μας έφερε, απουσιάζει. Η κατάφαση της ύλης, που πηγάζει από την ενανθρώπηση του Θεού, γίνεται ειδωλολατρία. Θα μπορούσε κάποιος να θεωρήσει ότι, γράφοντας τα πιο πάνω περί προετοιμασίας, αρνούμαι τα υλικά και την απόλαυσή τους. Καθόλου! Ο Χριστός πήρε την ανθρώπινη φύση κι έδειξε έμπρακτα ότι αποδέχεται τα υλικά κι οτιδήποτε άλλο στο οποίο ο άνθρωπος συμμετέχει. Γι’ αυτό, άλλωστε, η Εκκλησία απέρριψε το Μονοφυσιτισμό, για να διασωθεί η ομορφιά των ανθρωπίνων.

Όμως ο τονισμός των υλικών καταλήγει στην ακρότητα της ειδωλολατρίας. Δυστυχώς αυτό γίνεται τούτες τις μέρες, ακόμα και από ανθρώπους που θέλουν να έχουν εκκλησιαστική ζωή.
Νομίζω ότι το πρόβλημα προέρχεται από μια επιφανειακή προσέγγιση της πνευματικής ζωής. Δεν έχουμε συλλάβει το πνεύμα, την ουσία, και ζούμε με τα εξωτερικά που μας δίνουν την ψευδαίσθησή της.
Με αυτή τη θεώρηση, ασφαλώς και τα Χριστούγεννα προσεγγίζονται επιφανειακά και τυπικά, αν λάβουμε υπόψη και τον κοσμικό χαρακτήρα που υπάρχει γύρω μας.
Όσοι τολμούν να επαναστατούν ενάντια του κατεστημένου, οποιασδήποτε μορφής, αυτοί μπορούν να απολαμβάνουν την ελευθερία.
Όσοι την επανάστασή τους την κάνουν ενάντια του εαυτού τους, αυτοί μπορούν να απολαμβάνουν την αληθινή ελευθερία, σύμφωνα και με το λόγο του Ντοστογιέφσκι: «Νίκησε τον εαυτό σου και θα γίνεις ελεύθερος, τόσο ελεύθερος όσο δεν φαντάστηκες ποτέ σου, και θ’ αρχίσεις μια νέα ζωή. Και θα κάνεις και τους άλλους ελεύθερους και θα νιώσεις την ευτυχία, γιατί θα πάρει η ζωή σου νόημα».
Κι όσοι τα Χριστούγεννα γιορτάσουν εσωτερικά χωρίς ν’ αρνούνται τα όποια υλικά, αυτοί θ’ απολαύσουν την ειρήνην «την επί γης» που έφερε στις καρδιές μας το Θείο Βρέφος.
Κι όσοι, για το γιορτασμό των Χριστουγέννων, έχουν κέντρο την Εκκλησία ως τόπο αλλά και τρόπο ζωής, δεν θα γνωρίσουν τη μελαγχολία και τη θλίψη των ημερών, αφού θα ψηλαφίσουν το Θεό της όντως χαράς, της γαλήνης, της ειρήνης. Σας το εύχομαι!

http://agios-dimitrios.blogspot.

Η σημασία της οικογένειας για τη χριστιανική ζωή.


π. Ἀλέξανδρου Σμέμαν

Γιά τήν ὀρθόδοξη ἀντίληψη, τό σπίτι καί ἡ οἰκογένεια ἀποτελοῦν τήν πρώτη καί βασικότερη περιοχή τῆς χριστιανικῆς ζωῆς ἤ τῆς ἐφαρμογῆς τῶν χριστιανικῶν ἀρχῶν στήν καθημερινή ζωή. 
Τό σπίτι, δηλαδή τό στύλ καί τό πνεῦμα τῆς οἰκογενειακῆς ζωῆς καί ὄχι τό σχολεῖο, ἀκόμα οὔτε καί ἡ Ἐκκλησία, εἶναι ἐκεῖνο πού σχηματίζει μέσα μας τή θεμελιακή ἀντίληψη γιά τόν κόσμο· πού μορφοποιεῖ στό ἐσωτερικό μας τό βασικό προσανατολισμό τόν ὁποῖο ἴσως γιά ἀρκετό διάστημα δέν τόν καταλαβαίνουμε, ἀλλά πού τελικά θά γίνει ἕνας ἀποφασιστικός παράγοντας.

Ὁ στάρετς Ζωσιμᾶς τοῦ Dοstοyevsky στούς Ἀδελφούς Καραμαζώφ λέει: «ἐκεῖνος πού μπορεῖ νά ἔχει καλές ἀναμνήσεις ἀπό τήν παιδική του ἡλικία εἶναι σωσμένος γιά ὅλη του τή ζωή». 
Τό σημαντικό δέ εἶναι ὅτι κάνει αὐτή τήν παρατήρηση ὕστερα ἀπό τή θύμηση τῆς μητέρας του πού τόν εἶχε πάρει μαζί της στή Θεία Λειτουργία τῶν Προηγιασμένων. Θυμᾶται τήν ὀμορφιά τῆς ἀκολουθίας, τή μοναδική μελωδία τοῦ κατανυκτικοῦ «κατευθυνθήτω ἡ προσευχή μου ὡς θυμίαμα ἐνώπιόν σου…». 
Ἡ ὑπέροχη προσπάθεια γιά θρησκευτική ἀγωγή πού γίνεται σήμερα στά κατηχητικά σχολεῖα δέ σημαίνει καί πολλά πράγματα, ἄν δέν βασίζεται στή ζωή τῆς οἰκογένειας.

http://agios-dimitrios.blogspot.

Το ευχαριστώ του αετού


Στα μέρη της Κωνσταντινουπόλεως, ένα πλοίο ταξίδευε εκτελώντας την συγκοινωνία στα κοντινά νησιά. Εκεί που περνούσε από μια ακροθαλασσιά, άκουσαν οι ναύτες και οι επιβάτες του πλοίου κραυγές σπαρακτικές, κραυγές πτηνού που ευρισκόταν σε θανάσιμο κίνδυνο. 

Τράβηξαν τότε το πλοιάριο προς την ξηρά και βγήκαν έξι άνθρωποι, και έσπευσαν προς το μέρος όπου τους ωδηγούσε η κραυγή. Όταν έφθασαν εκεί, αντίκρυσαν έναν αετό μεγάλο κι ένα φίδι να είναι κουλουριασμένο γύρω του και να τον περισφίγγη, και το κεφάλι του φιδιού να κοιτάζη απειλητικά τον αετό. Οι κραυγές του πτηνού ήταν γοερές, τι να κάνουν όμως οι άνθρωποι εκείνοι; Πώς να τα βάλουν με ένα τεράστιο φίδι; Επέστρεψαν γρήγορα στο πλοιάριο και διηγήθηκαν, τι είδαν.

Ανάμεσα στους επιβάτες του πλοίου, που άκουσαν την διήγηση, ήταν και ένας σιδηρουργός, που είχε μαζί του και τα σύνεργά του. Πήραν, λοιπόν, οι άνθρωποι εκείνο το εργαλείο, που ο σιδηρουργός χρησιμοποιούσε σαν τανάλια για να βγάζη από την φωτιά τα πυρακτωμένα σίδερα, και έτρεξαν να ελευθερώσουν τον αετό, χωρίς να τον βλάψουν.

Έπιασαν με την τανάλια το κορμί του φιδιού κάπου στην μέση και το έσφιξαν, ώσπου παρέλυσε το φίδι και άρχισε να ξεδιπλώνεται, κτυπώντας με την ουρά του το εργαλείο.

Σφίγγοντας ακόμη περισσότερο, τελικά οι άνθρωποι σκότωσαν το φίδι, που δεν είχε προλάβει να δαγκώση τον αετό. Ο αποκαμωμένος αετός σιγά – σιγά περπάτησε λίγο, μέχρι που ανέκτησε πλήρως τις δυνάμεις του, άνοιξε τα φτερά του και πέταξε ήσυχα προς τον ορίζοντα. Οι άνθρωποι επέστρεψαν στο πλοίο και συνέχισαν το ταξίδι τους. Τώρα όμως έβλεπαν επάνω από το πλοίο τον αετό να τους συνοδεύη για αρκετή ώρα.

Και, κάποια στιγμή, τον είδαν να βουτάη στην θάλασσα, να πιάνη ένα μεγάλο ψάρι, «λάβρακα παμμεγέθη», όπως λέγει η διήγηση, και, αφού ζυγιάστηκε επάνω από το καράβι, ο αετός άφησε το ψάρι να πέση στο κατάστρωμα, ως ευχαριστία για την λύτρωσι, που του έγινε, και πέταξε μακριά.

(ΠΑΛΑΙΟ ΧΕΙΡΟΓΡΑΦΟ)

Μη δως ύπνον σοις όμμασι, μηδέ επινυστάξης
σοις βλεφάροις, ίνα σώζη ώσπερ δορκάς
εκ βρόχων και ώσπερ όρνεον εκ παγίδος.

(ΠΑΡΟΙΜΙΑΙ 6:4- 5)

Ένα άλογο υποδεικνύει το θέλημα του Θεού

Όταν ο Άγιος Αμβρόσιος εξελέγη πανηγυρικά από τον Κλήρο και τον λαό Επίσκοπος του Μεδιολάνου, καταλήφθηκε από φόβο και τρόμο απέναντι σ’ αυτήν την τόσο ξαφνική και μεγάλη τιμή, που του έγινε. Ήταν μάλιστα τόσο μεγάλος ο τρόμος του, ώστε πήδησε σ’ ένα άλογο, που βρήκε μπροστά του, και ξεκίνησε να φύγη από την πόλι.

Το άλογο υπάκουσε στις διαταγές του και διήνυσε κάμποση απόσταση. κάποια στιγμή ο Άγιος καβαλλάρης και το υποζύγιο πέρασαν μπροστά από μερικούς τάφους Αγίων. 

Τότε το άλογο σταμάτησε απότομα. Μάταια ο Άγιος Αμβρόσιος το παρακινούσε να προχωρήση. Εκείνο στεκόταν στο ίδιο σημείο αμετάπειστο και δεν εννοούσε να κάνη ούτε βήμα. Στο μεταξύ οι πιστοί, είχαν διαπιστώσει την φυγή του, τον ακολούθησαν και τον πρόφθασαν εκεί στα μνήματα. 

Άρχισαν δε να τον παρακαλούν να γυρίση πίσω και τότε – ώ του θαύματος – το άλογο έκανε μόνο του μεταβολή, τους ακολούθησε και ξαναγύρισαν στη πόλι. Και ο Άγιος πεπεισμένος πλέον ότι αυτό ήταν το θέλημα του Θεού, δέχθηκε να τον ενθρονίσουν Επίσκοπό τους.

(ΑΝΕΚΔΟΤΑ, ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΑ)

Από το βιβλίο: Η Ζωοφιλία των Αγίων και η Αγιοφιλία των ζώων. 
Επιμέλεια, Σίμωνος μοναχού.
Εκδόσεις «Ο Αγιος Στέφανος» ΑΘΗΝΑΙ 2006

Τη Σεπτή ευλογία του Παναγιωτάτου Οικουμενικού Πατριάρχου
κ. κ. Βαρθολομαίου

Η/Υ επιμέλεια Σοφίας Μερκούρη.
http://inpantanassis.blogspot.