Τετάρτη, 21 Φεβρουαρίου 2018

Ο Αββάς Μακάριος και το κρανίο


Διηγήθηκαν για τον αββά Μακάριο τον μεγάλο ότι περπατώντας κάποια φορά στην έρημο, βρήκε παραπεταμένο πάνω στο χώμα ένα κρανίο νεκρού.
Το κούνησε λίγο με το φοινικένιο ραβδί του λέγοντάς του: “Συ, ποιος είσαι; Αποκρίσου με”.
Το κρανίο του μίλησε και είπε: “Εγώ ήμουν αρχιερέας των ειδωλολατρών που παρέμειναν σ ́ αυτόν τον τόπο,
κι εσύ είσαι ο αββάς Μακάριος που έχει μέσα σου το άγιο Πνεύμα.
Όποια ώρα λοιπόν σπλαχνίζεσαι αυτούς που είναι στην κόλαση, παρηγορούνται λίγο”.
Τον ρωτάει ο αββάς Μακάριος: “Και τι λογής παρηγοριά έχουν;”
Και απαντά το κρανίο: “Όση είναι η απόσταση μεταξύ ουρανού και γης, τόση είναι η φωτιά κάτω από μας.
Καθώς λοιπόν στεκόμαστε μέσα στη φωτιά από το κεφάλι ως τα πόδια, δεν είναι δυνατόν ο ένας να δει το πρόσωπο του άλλου, γιατί η ράχη του ενός είναι κολλημένη στη ράχη του άλλου.
Όταν όμως προσεύχεσαι για μας, βλέπει εν μέρει ο ένας το πρόσωπο του άλλου”.
Έκλαψε τότε ο Γέροντας και είπε: “Αλίμονο στην ημέρα που γεννήθηκε ο άνθρωπος, εάν αυτή είναι η παρηγοριά της κόλασης”.
Τον ξαναρωτάει ο Γέροντας: “Υπάρχει άλλο χειρότερο βάσανο απ ́ αυτό;”
Και λέει το κρανίο: “Το μεγαλύτερο βάσανο είναι κάτω από μας”.
“Και ποιοι είναι σ ́ αυτό;” ρωτά ο Γέροντας.
“Εμείς -απαντά το κρανίο- πού δεν γνωρίσαμε τον Θεό, βρίσκουμε έστω λίγο έλεος.
Εκείνοι όμως που γνώρισαν τον Θεό και τον αρνήθηκαν και δεν έκαναν το θέλημά του, αυτοί είναι που βρίσκονται κάτω από μας”.
Μετά απ ́ αυτά πήρε ο Γέροντας το κρανίο του, το έθαψε στη γη και συνέχισε τον δρόμο του.

Γεροντικό

Κλαίω για τις αμαρτίες μου...


Ένας αδελφός είπε στον αββά Ποιμένα:
“Με ταράζουν οι λογισμοί μου και δεν μ ́ αφήνουν να φροντίσω για τις αμαρτίες μου, αλλά με κάνουν να προσέχω τις ελλείψεις του αδελφού μου”.
18
Ο Γέροντας του μίλησε τότε για τον αββά Διόσκορο, ότι στο κελί του έκλαιγε πάντοτε για τον εαυτό του, ενώ ο μαθητής του καθόταν στο άλλο κελί.
Πήγε λοιπόν κάποια φορά ο μαθητής στο κελί του Γέροντα και τον βρήκε να κλαίει, οπότε του λέει:
“Πάτερ, γιατί κλαις;”
Κι ο Γέροντας του απαντά:
“Τις αμαρτίες μου, παιδί μου, κλαίω”.
Του λέει ο αδελφός:
“Δεν έχεις αμαρτίες, πάτερ”
Και ο Γέροντας του αποκρίνεται:
“Αλήθεια, αν αφεθώ να δω τις αμαρτίες μου, δεν μου φθάνουν άλλοι τρεις ή τέσσερις να κλαίνε μαζί μου γι ́ αυτές”.
Είπε λοιπόν ο αββάς Ποιμήν: “Έτσι είναι ο άνθρωπος που γνώρισε τον εαυτό του”.

Γεροντικό

Τι μιλά τελικά στην καρδιά που παλεύει με το Θεό;


Μητροπολίτη Λεμεσού Γέροντα Αθανασίου

Όταν ήμουν στο Άγιον Όρος στη Νέα Σκήτη ήταν περίπου τέτοιος μήνας, αρχάς Νοεμβρίου με το δικό μας ημερολόγιο εκεί, όπου ένα βράδυ, περασμένη λίγο η ώρα χτύπησε η πόρτα της καλύβας μας και ανοίξαμε να δούμε ποιος ήταν. Ήταν τρία παιδιά τα οποία χάθηκαν στο δρόμο και δεν μπορούσαν να φιλοξενηθούν βέβαια στο Μοναστήρι γιατί είχε κλείσει, ούτε πουθενά αλλού και έπρεπε να τα φιλοξενήσουμε εμείς στη δική μας καλύβη. Δεν υπήρχε πρόβλημα βέβαια. Προσπαθήσαμε να τους φιλοξενήσουμε, να τους ετοιμάσουμε κάτι να φάνε.

Ένας εξ’ αυτών όμως ήταν πολύ αρνητικός. Εγώ κάθισα λίγο μαζί τους να τους μιλήσω μέχρι να φάνε τα παιδιά, να μην τους αφήσουμε μόνους τους. Eίπαμε κάποια πράγματα. Το ένα το παιδί ήταν αρνητικός, ήταν δύσκολος. Χαμογελούσε ειρωνικά, με έβλεπε έτσι παράξενα. Καταλάβαινα ότι δεν του άρεσα τρόπον τινά, δεν ξέρω.

Αφού φάγανε το φαγητό τους, πήγα να τους δείξω ήμουν υπεύθυνος αρχοντάρης- τα δωμάτια. Μου λέει ένας.

– Πάτερ, μπορώ να δώσω στο Θεό την τελευταία ευκαιρία να μου μιλήσει;

– Ωραία σκέψη. Και τι θα γίνει τώρα; Δηλαδή πως θα δώσεις του Θεού την τελευταία ευκαιρία να σου μιλήσει;

– Θέλω να μιλήσουμε.

Πήρα ευλογία από τον Γέροντα και πήγα κάθισα εκεί σε ένα παρεκκλήσι που είχαμε και μιλούσαμε από η ώρα οκτώ το βράδυ μέχρι ώρα τέσσερις το πρωί που χτύπησε το σήμαντρο για την ακολουθία. Μιλούσε βέβαια ο ίδιος, δεν άφησε το Θεό να του μιλήσει γιατί ήθελε ο ίδιος να πει όλα αυτά που είχε μέσα του. Πανέξυπνος άνθρωπος, πολύ διαβασμένος, πολύ μορφωμένος, ήταν στο πτυχίο της Νομικής τότε.

– Λοιπόν, μου λέει, κοίταξε πάτερ εγώ μεγάλωσα στα κατηχητικά, στις αδελφότητες, κοντά σε πολύ καλούς πνευματικούς. Ξέρω τα πάντα. Όταν σου λέω κάτι ξέρω εκ των προτέρων τι θα μου απαντήσεις.

Και πράγματι, ήξερε πάρα πολλά πράγματα. Δεν είχα κάτι να του απαντήσω διότι όντως τα ήξερα όλα. Κι έτσι όπως ήτανε έξυπνος και λαλίστατος και ευφυής και με επιχειρήματα -δικηγόρος βέβαια ήτανε ο άνθρωπος- εντάξει εγώ αισθανόμουνα στριμωγμένος σ’ εκείνη τη γωνιά του στασιδιού. Τον άκουγα απλώς κι έλεγα: ο Θεός να μας βοηθήσει να βγάλουμε άκρη εδώ απόψε. Τι θα γίνει; Που θα βγούμε με αυτόν τον άνθρωπο;

Τέλος πάντων, είπε, είπε, είπε κάμποσα .. Πήγαινα κι εγώ να πω καμμιά κουβέντα, δεν με άφηνε. Μου έλεγε,

– Ξέρω τι θα πεις, ξέρω.

Και πράγματι ήξερε δηλαδή, δεν έλεγε ψέματα. Όταν ήρθε η ώρα να τελειώσουμε μου λέει,

– Πάτερ μου ξέρεις όλα τα νίκησα μέσα μου. Όλα τα νίκησα. Όλα τα επιχειρήματα της Εκκλησίας, όλη τη διδασκαλία των κατηχητικών, των ομαδαρχών, των κατασκηνώσεων, των ομάδων, των πνευματικών, τα πάντα. Τα έχω διαλύσει, τα έχω νικήσει. Έχω απόψεις, έχω επιχειρήματα, έχω μέσα μου ισχυρά ερείσματα για να μην τα πιστεύω όλα αυτά τα πράγματα αλλά έχω κάτι που δεν μπορώ να το νικήσω. Δεν μπορώ να το νικήσω.

– Τι είναι αυτό που δεν μπορείς να το νικήσεις;

– Η ΜΑΝΑ ΜΟΥ. Δεν μπορώ να νικήσω τη μάνα μου.

– Δηλαδή; Έχει γλώσσα; Μιλάει πολύ;

– Όχι, δεν μιλάει καθόλου η μάνα μου.

– Ε τότε, τι κάνει;

– Δεν μπορώ πάτερ. Όταν σηκώνομαι το βράδυ και τη βλέπω να είναι γονατιστή και να προσεύχεται, δεν μπορώ να βγάλω αυτήν την εικόνα από μέσα μου. Όλα τα άλλα τα διέλυσα. Και τους πνευματικούς και τις εκκλησίες και τις κατασκηνώσεις και τα πάντα αλλά αυτήν την εικόνα της μάνας μου δεν μπορώ να την νικήσω.

Για να μην σας τα πολυλογώ, τελικά τον νίκησε η εικόνα της μάνας του. Πράγματι αυτό το παιδί πάλεψε πολύ με τον εαυτό του στη συνέχεια. Πηγαινοερχόταν στο Άγιον Όρος. Δεν του λέγαμε τίποτα, απλώς ήταν πολύ παρατηρητικός. Έβλεπε, γυρνούσε, έβλεπε πράγματα τα οποία εμείς δεν βλέπαμε τόσα χρόνια. Ερμήνευε διάφορες καταστάσεις όμορφα, ωραία. Μέχρι που σιγά-σιγά πράγματι ενίκησε η εικόνα της μητέρας του, η οποία ήταν μία αγράμματη γυναίκα σχεδόν αγράμματη δηλαδή με λίγες τάξεις του Δημοτικού- αλλά μια γυναίκα της Εκκλησίας η οποία προσευχόταν πάρα πολύ για το παιδί της.

Και σήμερα, Δόξα τω Θεώ, το παιδί αυτό διαπρέπει. Είναι στέλεχος, όπως κι εσείς, της τοπικής Εκκλησίας στην οποία ανήκει. Και διαπρέπει πραγματικά στην πνευματική ζωή και αυτός και η κατ’ οίκον Εκκλησία του, η οικογένειά του και όλοι όσοι είναι κοντά του. Γιατί από τότε, έγινε στέλεχος και διδάσκαλος της Εκκλησίας και στηρίζει και αυτός με τη σειρά του πολλούς ανθρώπους.

Πηγή: isagiastriados

Η δαιμονική παγίδα… (Εξαιρετικό δίδαγμα)


Ένας Ερημίτης που ασκήτευε στην έρημό του Ιορδάνου, είχε χρόνια πολλά να πειραχτεί από το διάβολο.

Αυτό του είχε δώσει θάρρος κι έλεγε συχνά πώςο εχθρός δεν τολμούσε να πειράξη τους αγωνιστάς, πήγαινε μόνο στους αμελείς και οκνηρούς.

Κάποτε παρουσιάστηκε μπροστά του ο διάβολος και του παραπονέθηκε.

– Τι σου έχω κάνει, Αββά, και μ΄ εξευτελίζεις έτσι. Μήπως ποτέ σ΄επείραξα;

– Φύγε από δω, πονηρό πνεύμα φώναξε άφοβα ο Ερημίτης, και σήκωσε το ραβδί του να τον χτυπήση. Δεν έχεις δικαίωμα να πειράζης τους δούλους του Χριστού . Πήγαινε σ΄ εκείνους , που με την απροσεξία τους σε προσκαλούν.

– Έτσι ,λοιπόν, νομίζεις έκανε ο διάβολος με κακία .Δε θα βρω,λες ευκαιρία να σε ρίξω στα σαράντα χρόνια, που έχεις να ζήσης ακόμη;

Βέβαιος τώρα πως το δόλωμά είχε κι’ όλας πετύχει ,έγινε άφαντος, αφήνοντας στον αέρα ένα γέλιο ανατριχιαστικό. Από την ίδια στιγμή λοιπόν ,άρχισαν να συγχύζονται οι λογισμοί του Ερημίτη.

– Σαράντα χρόνια ζωή ακόμη! Ω,είναι παρά πολλά! μονολογούσε διαρκώς.

Κι’ ύστερα απο λίγο:

– Δεν πηγαίνω στον κόσμο να ιδώ λίγο τους συγγενείς μου; Ας δώσω και μία μικρή ξεκούραση στο βασανισμένο μου κορμί.Όταν γυρίσω, συνεχίζω την άσκηση.Έχω καιρό μπροστά μου.Σαράντα χρόνια ζωή!

Πήρε την απόφαση κι ένα πρωινό ξεκίνησε με το ραβδί στο χέρι για την πολιτεία. Μα ο φιλάνθρωπος Θεός λυπήθηκε τόσων χρόνων κόπους κι έστειλε τον άγγελό του να τον εμποδίση.

– Πού πας, Αββά; ρώτησε ο Αγγελος, φράζοντας του το δρόμο.

– Στην πόλη,βιάστηκε να πη ο Ερημίτης.

– Ευλογημένε άνθρωπε , τώρα στο τέλος της ζωής σου άφησες να σε ξεγελάσει ο πονηρός; Βιάσου να γυρίσεις στην καλύβα σου και κλαύσε την ανοησία σου,προτού να είναι πιά πολύ αργά για σένα.

Ντροπιασμένος για το παθημά του, ο γέρο-ερημίτης, γύρισε πίσω στο κελλί του κι ύστερα από τρεις μέρες πέθανε.

Πηγή: yiorgosthalassις

Η μετάνοια του κυρ-Αλέκου την εσχάτη ώρα..


Ανδρόγυνο ο κυρ-Αλέκος και η κυρά Καίτη, παντρεμένοι το 1920 περίπου. Κατοχή εμφύλιος φτώχεια κάργα και των γονέων. Η κυρά Καίτη ευλαβέστατη, προσευχή, εξομολόγηση, θεία κοινωνία κλπ. Ο κυρ Αλέκος φανατικός άθεος, κομμουνιστής αλλά πολύ δίκαιος, ελεήμων, φιλάνθρωπος. Ήξερε από φτώχεια, στέρηση, κατατρεγμό. Συμπονούσε και βοήθαγε όσους μπόραγε. Φθάσανε και οι δυο, τ’ αντρόγυνο γύρω στα 1995. Ο κυρ-Αλέκος βαριά αρρώστια, κατάκοιτος, ετοιμοθάνατος. Η κυρά Καίτη λαμπάδα δίπλα του, διακονούσε, έκλαιγε, προσευχότανε. Παιδιά και εγγόνια είχανε στη ζωή τους, τις μέριμνές τους, σπουργιτάκια περνάγανε αστραπή από τους γέρους και φεύγανε.
Η κυρά Καίτη παρακάλαγε τον άνδρα της:

-«να φέρουμε άνδρα μου τον παπά της ενορίας να εξομολογηθείς, να κοινωνήσεις μη φύγεις σαν άψυχο ζώο για την άλλη ζωή και κολασθείς».
Τίποτε ο μπάρμπας, την σιχτήραγε και την απειλούσε:

-«Μη φέρεις παππά στο σπίτι μας γιατί θα σας αμολήσω από το μπαλκόνι, εσένα, τον παπά και τα λιβανιστήρια σας».
Μια νύχτα ανοιξιάτικη ψιθύριζε κατατρομαγμένος ο μπάρμπας την κυρά του. Τρέχα Καίτη, φοβάμαι.
-Τι θέλεις άντρα μου τ’ αποκρίθηκε αλαφιασμένη εκείνη.
-Να Μωρή, της απάντησε αυτός πανικόβλητος. Δεν βλέπεις αυτόν τον αγριεμένο αράπη, τον δίμετρο που με κοιτάει άγρια και γελάει; Ποιος είναι; Πως μπήκε στο σπίτι μας; Τι θέλει;

Η γυναίκα δεν είδε κανέναν άλλο, σταυροκοπήθηκε φωτίστηκε, κατάλαβε:

-«Άντρα μου στο ορκίζομαι όπου θες δεν βλέπω κανένα άλλο. Είμαι σίγουρη ότι είναι ο διάβολος και ήλθε ο κακούργος να σ’ αρπάξει να σε κολάσει».
Αστραπιαία ο κυρ-Αλέκος συνήλθε, κατάλαβε και της είπε:

-Σε πιστεύω άμανες υπάρχει ο διάβολος  υπάρχει και ο Χριστός και παράδεισος και κόλαση. Πήγαινε γρήγορα μόλις ξημερώσει και φέρε τον παπά, όποιον βρεις στην ενορία, να με ξομολογήσει και να με κοινωνήσει.
‘’Κατουρήθηκε’’ από φόβο και χαρά η Γριά. Μόλις ξημέρωσε πήγε στην ενορία, βρήκε κάποιον παπά Δημήτρη, το και το παπά μου και έλα γρήγορα. Έτσι και γίνανε όλα. Μόλις ξομολογήθηκε και κοινώνησε ο μπάρμπα Αλέκος γαλήνεψε, έλαμψε το προσωπάκι του και πέθανε συγχωρεμένος με Θεό και ανθρώπους.
Πόσο μας αγαπά ο Χριστός μας, πόσο ζητά ένα ψίχουλο καλή πρόθεση, καλό λογισμό να μας σώσει!

Από το »Η ζωή διδάσκει τον Χριστό», Αθήνα 2017.
Πηγή: orthognosia

ΜΙΚΡΕΣ ΣΤΑΣΕΙΣ ΣΤΗΝ ΚΛΙΜΑΚΑ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΙΩΑΝΝΟΥ (43)


«Πονηρός σημαίνει, άνθρωπος που κάνει ψευδείς προβλέψεις και που φαντάζεται ότι αντιλαμβάνεται τους λογισμούς των άλλων από τα λόγια τους, και τα μυστικά των καρδιών τους από τις εξωτερικές κινήσεις» (λόγ. κδ΄ 9).
Δεν αναφέρεται προφανώς ο όσιος σ’ εκείνον που βλέποντας κάποια γεγονότα μπορεί να προβλέψει την επόμενη κίνηση: τον οδηγό για παράδειγμα που τρέχει με ιλιγγιώδη ταχύτητα και προβλέπει ότι με τον τρόπο αυτόν οδεύει με μαθηματικό τρόπο σε σύγκρουση. Ούτε σ’ αυτόν που καταλαβαίνει τι γίνεται γιατί τα λόγια ενός συνανθρώπου του φανερώνουν εξόφθαλμα τη σκέψη του, ή οι βίαιες ενέργειές του δείχνουν το εσωτερικό της καρδιάς του: τον έξω φρενών για παράδειγμα άνθρωπο που οι ύβρεις που εκτοξεύει ή οι σπασμωδικές κινήσεις του δείχνουν ανάγλυφα το μίσος και την έχθρα που κυριαρχούν στη σκέψη του και στην καρδιά του. Αυτό συμβαίνει κατά αυτόματο τρόπο σχεδόν σε όλους.
Αναφέρεται στον άνθρωπο που έχει κάνει στάση ζωής την τάχα πρόβλεψη μελλοντικών γεγονότων, διαρκώς η φαντασία του καλπάζει για να διεισδύει από τα λόγια του άλλου, τα οποία «ψειρίζει»,  στους υποτιθέμενους λογισμούς του, όπως και συνεχώς παρατηρεί τις σωματικές κινήσεις των συνανθρώπων του για να υποθέτει το τι μυστικά καρδιάς κρύβουν αυτές. Μ’ ένα λόγο περιγράφει τον εκτός εαυτού, κι έτσι και εκτός Θεού, άνθρωπο, που κύριο γνώρισμά του έχει την πνευματική τύφλωση. Τύφλωση μάλιστα τέτοια που να πιστεύει ακράδαντα ότι είναι ο κατεξοχήν… ανοικτομάτης!
Είναι ο ορισμός του πονηρού ανθρώπου, αποφαίνεται αξιωματικά ο όσιος. Γιατί πονηρός; Διότι και ο κατεξοχήν Πονηρός, ο διάβολος, με τον ίδιο τρόπο κινείται και φανερώνεται. Κι αυτός - μολονότι ως πνεύμα με «πολυχρόνια» πείρα είναι πιο… μέσα στις διαπιστώσεις του - αναγγέλλει πολλές φορές στα δικά του ως επί το πλείστον όργανα τα μελλούμενα, υποθέτει τους λογισμούς των ανθρώπων από τα λόγια τους, φαντάζεται τα μυστικά της καρδιάς τους από τις εξωτερικές κινήσεις τους. Διότι μη ξεχνάς: ο διάβολος δεν γνωρίζει το μέλλον ούτε και τον εσωτερικό μας κόσμο! Ο μόνος γνώστης ως παντογνώστης και καρδιογνώστης είναι ο Θεός, «ο Πατήρ του μέλλοντος αιώνος», στον Οποίο «τα πάντα είναι γυμνά και φανερά ενώπιόν Του»! Κάθε απόπειρα λοιπόν να σε πείσουν οι αστρολόγοι, οι χειρομάντεις, οι καφετζούδες και όλοι οι σχετικοί, ότι μπορούν να γνωρίσουν το μέλλον και να αποκαλύψουν τα κρυπτά των ανθρώπων, είναι εκ του Πονηρού και ψεύτικα.
Κι αυτή είναι η βασική διαφορά μεταξύ των αγίων και των πονηρών: οι πρώτοι έχοντας το Πνεύμα του Θεού γνωρίζουν τα μυστικά και τα κρύφια και τα μελλοντικά, για να βοηθήσουν τον άνθρωπο και να τον οδηγήσουν σε μετάνοια και εύρεση του Θεού· οι δεύτεροι, καθοδηγούμενοι από τον πατέρα τους διάβολο δεν γνωρίζουν, αλλά υποθέτουν ψευδώς τα παραπάνω, κι αυτό για να πλανέψουν τον άνθρωπο και να τον κάνουν υποχείριο του δικού τους πατέρα.
Πρόσεξε μόνο μη πέσεις κι εσύ στην παγίδα και γίνεις πονηρός!
http://pgdorbas.blogspot./2017/03/43.html

Το μυστήριον της μετανοίας


(Γέροντος Εφραίμ Φιλοθεΐτου)
Ευλογημένα μου παιδιά, 

Όπως γνωρίζουμε ο καλός μας Θεός μας χάρισε το Μέγα Μυστήριον, της Ιεράς Εξομολογήσεως, αυτό το Ιερόν Βαπτιστήριον, εις το οποίον πλένεται ο άνθρωπος ψυχικά και γίνεται ολόλευκος, καινούριος κατά Χριστόν άνθρωπος.

Πόση ευχαριστία πρέπει να προσφέρουμε στον Θεό συνεχώς γι’ αυτό το μεγάλο καλό, που μας άφησε! Δηλαδή μας άφησε την καρδιά Του ανοιχτή, οσάκις θελήσουμε να καθαρισθούμε, να εισερχώμεθα άνετα. 

Όσο και να αμαρτήση ο άνθρωπος, όσο και να κυλισθή στην αμαρτία, όσο και να μαυρίση την ψυχή του, ημπορεί άνετα σε μία στιγμή, σε λίγη ώρα να γίνη κατάλευκος σαν το περιστέρι και σαν το χιόνι. 

Υπάρχει μεγαλύτερο εργαλείο από τούτο ή μεγαλύτερη ευτυχία για τον άνθρωπο;

Συγχρόνως όμως συμβαίνει και το άλλο. Γίνεται μεγάλη χαρά «εν τω ουρανώ επί ενί αμαρτωλώ μετανοούντι» (Λουκ. 15, 7). Δεν είναι μόνον ότι ο αμαρτωλός σώζεται και γίνεται ευτυχισμένος, αλλά προκαλεί και τους αγγέλους, προκαλεί τα αγγελικά τάγματα να πανηγυρίζουν, να έχουν μεγάλη χαρά, να δίνουν μεγάλη επινίκια συναυλία ενώπιον του Θεού, διότι πληροφορήθηκαν την μετάνοια του αμαρτωλού ανθρώπου.

Οι άγγελοι είναι οι μεγάλοι μας αδελφοί, οι οποίοι είναι στον ουρανό και προσεύχονται για όλους τους ανθρώπους. Όταν πληροφορηθούν, λοιπόν, δια του Θεού, ότι οι προσευχές τους έφεραν έναν άνθρωπο στην Βασιλεία Του, η χαρά τους είναι απέραντη, απερίγραπτη. 

Η μετάνοια λοιπόν είναι η θύρα, από την οποία οσάκις ο άνθρωπος εισέλθη, θα εύρη την μεγάλη του σωτηρία… Το εμπόδιο για να φθάσουμε στο εξομολογητήρι είναι η υπερηφάνεια και ο εγωισμός. Πώς θα πω τα αμαρτήματά μου; Πιάνει τον άνθρωπο μια ντροπή∙ αλλά την ντροπή πρέπει να την έχουμε, όταν πρόκειται να αμαρτήσουμε. Τότε θα μας φυλάξη, για να μη κάνουμε αμαρτίες. Όταν όμως πρόκειται να φθάσουμε στην μεγάλη αυτή σωτηρία, πρέπει να τρέξουμε αμέσως.

Όταν αντιληφθούμε ότι έχουμε την κακή αρρώστια του καρκίνου και μάθουμε ότι κάποιος γιατρός είναι στον Βόρειο Πόλο, αμέσως θα δώσουμε τα πάντα, θα εξοικονομήσουμε τα χρειώδη και θα σηκωθούμε να πάμε, να θεραπευθούμε από τη νόσο αυτή του σώματος. Δεν φειδόμεθα μήτε κόπους, μήτε μόχθους, μήτε οικονομικά, μήτε τίποτε. Τα αφήνουμε όλα και τρέχουμε. Ταπεινώνεται η ψυχή μας, προκειμένου να γίνουμε καλά.

Όταν όμως έχουμε τον καρκίνο της αμαρτίας και μας απειλεί με θάνατον ψυχής, πόσο πρέπει να εγκαταλείψουμε τα πάντα, και δουλειά και μεροκάματο και απόστασι, και να τρέξουμε! 

Να φθάσουμε εκεί, να γονατίσουμε, να εναποθέσουμε την πληγή μας εκεί κάτω, να πάρουμε το φάρμακο, να γίνουμε καλά, κι έτσι να γλυτώσουμε από τον φοβερό θάνατο της ψυχής!

Σαν άνθρωποι που είμεθα, δεν γνωρίζουμε την ώρα που θα έρθη ο Κύριος. Μας το είπε:

«Γρηγορείτε, ότι ουκ οίδατε την ημέραν ουδέ την ώραν, εν η ο Υιός Του ανθρώπου έρχεται» ( Ματθ. 25,13 ). Τρέξτε, λέει, μην κάθεστε καθόλου∙ δεν γνωρίζετε την στιγμή, που θα αποφασίση ο Κύριος να πάρη την ζωή σας και να σας οδηγήση στο μεγάλο εκείνο φοβερό δικαστήριο, από το οποίον δεν εξαιρείται κανείς.

Δεν έχουμε καταλάβει την έννοια του πράγματος, τόσον της Ιεράς Εξομολογήσεως όσον και της ίδιας μας της ζωής. 

Πόσον είναι επισφαλής η ζωή μας! Από στιγμή σε στιγμή ενδέχεται να συναντήσουμε το δικαστήριο και τον δικαστή.

Τώρα, όσο είμεθα στην ζωή, μπορούμε να κάνουμε τον Χριστό μας ευσπλαχνικώτερο, και να Τον συναντήσουμε με καθαρό πρόσωπο με την μετάνοιά μας και την εξομολόγησι.

Διαφορετικά, δια της αμετανοησίας, θα Τον συναντήσουμε χωρίς έλεος και συγγνώμη…

Γέροντος Εφραίμ Φιλοθεΐτου
http://inpantanassis.blogspot./2018/02/blog-post_47.html